Μη φεύγεις!
Κλειδώστε -10% στην πρώτη σας παραγγελία
Εγγραφείτε στο newsletter μας και λάβετε τον εκπτωτικό σας κωδικό.
Δεν ήταν δυνατή η αποθήκευση της συνδρομής σας. Δοκιμάστε ξανά.
Η εγγραφή σας ολοκληρώθηκε με επιτυχία 🎉

Long COVID (PASC): Τι γνωρίζουμε μέχρι σήμερα και ποιος μπορεί να είναι ο ρόλος του natto
Η πανδημία του COVID-19 δεν άφησε πίσω της μόνο μια οξεία ιογενή νόσο, αλλά και ένα νέο, σύνθετο υγειονομικό φαινόμενο που συνεχίζει να απασχολεί έντονα την επιστημονική κοινότητα. Για πολλούς ανθρώπους παγκοσμίως, η λοίμωξη από τον SARS-CoV-2 δεν αποτέλεσε ένα παροδικό επεισόδιο, αλλά την αφετηρία μιας μακρόχρονης διαταραχής της υγείας, με συμπτώματα που επιμένουν πολύ μετά την υποχώρηση της αρχικής λοίμωξης.
Αυτή η κατάσταση είναι γνωστή ως Long COVID, ή επιστημονικά ως Post-Acute Sequelae of SARS-CoV-2 infection (PASC), και έχει αναδείξει ένα κρίσιμο ερώτημα: τι ακριβώς συμβαίνει στον οργανισμό όταν ο ιός έχει «φύγει», αλλά τα συμπτώματα παραμένουν;
Κόπωση, brain fog, δύσπνοια, ταχυκαρδίες, μυαλγίες, διαταραχές συγκέντρωσης και γενικευμένη δυσλειτουργία του οργανισμού είναι μόνο μερικά από τα συμπτώματα που αναφέρονται συχνά. Παρά την τεράστια ερευνητική προσπάθεια, το Long COVID παραμένει πολυπαραγοντικό και σε μεγάλο βαθμό αδιευκρίνιστο. Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια αρχίζουν να αναδύονται ορισμένοι κεντρικοί παθοφυσιολογικοί μηχανισμοί, οι οποίοι βοηθούν να κατανοήσουμε γιατί ορισμένοι οργανισμοί δυσκολεύονται να επανέλθουν στη βιολογική τους ισορροπία.
Long COVID: τι συμβαίνει στον οργανισμό μετά την οξεία λοίμωξη
Το Long COVID δεν εκδηλώνεται με έναν ενιαίο ή προβλέψιμο τρόπο. Εκείνο που το χαρακτηρίζει είναι η ταυτόχρονη εμπλοκή πολλών συστημάτων του οργανισμού, με αποτέλεσμα μια συνολική εικόνα λειτουργικής απορρύθμισης. Τα συμπτώματα δεν μπορούν εύκολα να αποδοθούν σε ένα μόνο όργανο ή μηχανισμό, αλλά αντανακλούν μια βαθύτερη διαταραχή της ισορροπίας μεταξύ του ανοσοποιητικού, του νευρικού, του αγγειακού και του μεταβολικού συστήματος.
Η πολυσυστηματική αυτή εικόνα υποδηλώνει ότι το Long COVID δεν είναι απλώς μια παρατεταμένη ανάρρωση, αλλά μια κατάσταση παρατεταμένης βιολογικής απορρύθμισης. Τα τελευταία χρόνια, η έρευνα συγκλίνει όλο και περισσότερο στο ότι πολλά από αυτά τα φαινόμενα μπορεί να έχουν κοινή αφετηρία: μια επίμονη ανοσολογική ενεργοποίηση, η οποία οδηγεί σε χρόνια χαμηλόβαθμη φλεγμονή, ανοσολογική εξάντληση και δυσλειτουργία κρίσιμων συστημάτων του οργανισμού.
Μπορεί η πρωτεΐνη ακίδα (spike protein) να παραμένει στον οργανισμό;
Η πρωτεΐνη ακίδα (spike protein) είναι το βασικό «κλειδί» που χρησιμοποιεί ο SARS-CoV-2 για να προσδεθεί στον υποδοχέα ACE2 και να εισέλθει στα κύτταρά μας. Πρόκειται για μια ισχυρά βιοδραστική πρωτεΐνη, η οποία από μόνη της είναι ικανή να ενεργοποιεί το ανοσοποιητικό σύστημα.
Πρόσφατες μελέτες δείχνουν ότι, σε ορισμένους ανθρώπους, η πρωτεΐνη ακίδα ή τμήματά της μπορούν να ανιχνευθούν στο αίμα και σε ιστούς για μεγάλα χρονικά διαστήματα μετά την αρχική λοίμωξη. Το κρίσιμο σημείο εδώ είναι ότι δεν απαιτείται η παρουσία ενεργού ιού για να συνεχιστεί αυτή η διεργασία. Ακόμη και χωρίς αναπαραγωγή του SARS-CoV-2, τα ιικά υπολείμματα φαίνεται να λειτουργούν ως χρόνιο ερέθισμα του ανοσοποιητικού συστήματος.
Αυτό σημαίνει ότι ο οργανισμός μπορεί να παραμένει σε μια κατάσταση διαρκούς «συναγερμού», σαν να αντιμετωπίζει μια απειλή που δεν απομακρύνεται ποτέ πλήρως. Το αποτέλεσμα είναι παρατεταμένη παραγωγή φλεγμονωδών σημάτων, ανοσολογική υπερδιέγερση σε ορισμένα επίπεδα και ταυτόχρονα ανοσολογική εξάντληση σε άλλα.
Όταν ο οργανισμός παραμένει σε κατάσταση συναγερμού
Η παρατεταμένη παρουσία της πρωτεΐνης ακίδας ή των θραυσμάτων της φαίνεται να συνδέεται με μια σειρά από δευτερογενείς επιπτώσεις. Η χρόνια φλεγμονή μπορεί να επηρεάσει τη λειτουργία του εγκεφάλου, συμβάλλοντας στο brain fog και τη νοητική κόπωση, να διαταράξει το αυτόνομο νευρικό σύστημα, οδηγώντας σε ταχυκαρδίες ή δυσανεξία στην άσκηση, και να επιβαρύνει το ενδοθήλιο των αγγείων, επηρεάζοντας τη μικροκυκλοφορία.
Παράλληλα, η συνεχής ανοσολογική ενεργοποίηση απαιτεί αυξημένα ενεργειακά αποθέματα, γεγονός που μπορεί να οδηγήσει σε μιτοχονδριακή δυσλειτουργία και αίσθημα εξάντλησης, ακόμη και μετά από μικρή προσπάθεια.
Έτσι, πολλά από τα φαινομενικά «διαφορετικά» συμπτώματα του Long COVID μπορούν να ιδωθούν ως διαφορετικές εκφάνσεις του ίδιου κεντρικού μηχανισμού: της αδυναμίας του οργανισμού να απενεργοποιήσει πλήρως την ανοσολογική απόκριση μετά τη λοίμωξη.
Ένα κρίσιμο ερώτημα: πώς απομακρύνονται τα ιικά υπολείμματα;
Αν η επιμονή της πρωτεΐνης ακίδας αποτελεί έναν από τους βασικούς παράγοντες που συντηρούν το Long COVID, τότε προκύπτει ένα κρίσιμο ερευνητικό ερώτημα: με ποιους μηχανισμούς ο οργανισμός μπορεί να αποικοδομήσει και να απομακρύνει αυτά τα ιικά υπολείμματα;
Σε αυτό ακριβώς το σημείο αρχίζει να αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον η μελέτη βιοενεργών ενζύμων με πρωτεολυτική δράση, και εδώ έρχεται φυσικά στο προσκήνιο το natto.
Natto: ένα παραδοσιακό τρόφιμο με έντονη βιολογική δράση

Το natto είναι ένα παραδοσιακό ιαπωνικό τρόφιμο που προκύπτει από τη ζύμωση της σόγιας και καταναλώνεται καθημερινά στην Ιαπωνία εδώ και αιώνες. Η συχνή του κατανάλωση έχει συσχετιστεί με καλύτερη καρδιαγγειακή υγεία και μακροβιότητα, γεγονός που οδήγησε την επιστημονική έρευνα να εξετάσει πιο προσεκτικά τι ακριβώς κάνει το natto μέσα στον οργανισμό.
Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του natto είναι ότι περιέχει ένζυμα, κυρίως τη νατοκινάση και τη βακιλοπεπτιδάση F. Τα ένζυμα αυτά έχουν την ικανότητα να διασπούν πρωτεΐνες. Με απλά λόγια, μπορούν να «σπάνε» μεγάλες πρωτεΐνες σε μικρότερα κομμάτια, τα οποία ο οργανισμός μπορεί στη συνέχεια να αποικοδομήσει, να ανακυκλώσει και να απομακρύνει πιο εύκολα.
Για τον λόγο αυτό, το natto έχει μελετηθεί εκτενώς σε σχέση με πρωτεΐνες που συμμετέχουν στη δημιουργία θρόμβων στο αίμα, καθώς η διάσπασή τους διευκολύνει τη φυσιολογική απομάκρυνσή τους και συμβάλλει στη βελτίωση της αιματικής ροής. Ωστόσο, ο ίδιος αυτός μηχανισμός οδήγησε τους ερευνητές να εξετάσουν αν τα ένζυμα του natto θα μπορούσαν να δρουν με παρόμοιο τρόπο και σε άλλες πρωτεΐνες που, όταν παραμένουν στον οργανισμό, συντηρούν μια παρατεταμένη παθολογική κατάσταση.
Στο πλαίσιο αυτό, η προσοχή στράφηκε στην πρωτεΐνη ακίδα του SARS-CoV-2. Πειραματικές μελέτες έδειξαν ότι η νατοκινάση μπορεί, σε εργαστηριακές συνθήκες, να οδηγήσει σε διάσπαση της πρωτεΐνης ακίδας σε μικρότερα τμήματα. Αυτά τα τμήματα φαίνεται ότι μπορούν στη συνέχεια να αποικοδομηθούν και να απομακρυνθούν πιο εύκολα από τον οργανισμό, μειώνοντας έτσι την παραμονή ενός συνεχούς ανοσολογικού ερεθίσματος.
Παράλληλα, μια δεύτερη μελέτη, αυτή τη φορά με ολόκληρο εκχύλισμα natto, έδειξε ότι το μείγμα ενζύμων που περιέχει μπορεί να διασπά την περιοχή RBD της πρωτεΐνης ακίδας, εμποδίζοντας την πρόσδεσή της στα κύτταρα σε in vitro συνθήκες. Το εύρημα αυτό υποδηλώνει ότι η δράση δεν οφείλεται απαραίτητα σε ένα μόνο ένζυμο, αλλά πιθανώς σε συνδυαστική ενζυμική δραστηριότητα.
Πώς συνδέεται αυτό με το Long COVID;
Όπως αναφέρθηκε νωρίτερα, ένα από τα επικρατέστερα σενάρια για το Long COVID είναι η παραμονή ιικών πρωτεϊνών ή θραυσμάτων τους στον οργανισμό, ακόμη και μετά την αποδρομή της οξείας λοίμωξης. Η επίμονη παρουσία της πρωτεΐνης ακίδας έχει προταθεί ως πιθανός μηχανισμός που διατηρεί το ανοσοποιητικό σύστημα σε χρόνια ενεργοποίηση, οδηγώντας σε φλεγμονή, κόπωση, brain fog και πολυσυστηματική δυσλειτουργία.
Σε αυτό το πλαίσιο, η ιδέα ότι διατροφικά ένζυμα με πρωτεολυτική δράση θα μπορούσαν να συμβάλλουν στη διάσπαση επίμονων ιικών πρωτεϊνών αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Όχι ως θεραπεία, αλλά ως υποστηρικτικός μηχανισμός σε ένα ευρύτερο πλαίσιο αποκατάστασης.
Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι τα παραπάνω δεδομένα προέρχονται από εργαστηριακές μελέτες και δεν αποτελούν κλινική απόδειξη αποτελεσματικότητας σε ανθρώπους με Long COVID. Παρ’ όλα αυτά, προσφέρουν ένα σαφές μηχανιστικό υπόβαθρο που δικαιολογεί περαιτέρω έρευνα.
Ένα παραδοσιακό τρόφιμο, ένα σύγχρονο ερευνητικό ερώτημα
Το Long COVID μας αναγκάζει να επαναπροσδιορίσουμε τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τη λοίμωξη, την αποκατάσταση και τη χρόνια νόσο. Η κατανόηση των υποκείμενων μηχανισμών, και όχι μόνο των συμπτωμάτων, είναι απαραίτητη για την ανάπτυξη ουσιαστικών και ολιστικών παρεμβάσεων.
Σε αυτό το πλαίσιο, η επιστήμη αρχίζει να επανεξετάζει ακόμη και παραδοσιακά τρόφιμα, όχι ως λύσεις, αλλά ως πιθανά υποστηρικτικά εργαλεία μέσα σε ένα ευρύτερο πλαίσιο βιολογικής αποκατάστασης. Το natto δεν είναι φάρμακο και δεν αποτελεί λύση από μόνο του. Εντάσσεται όμως σε αυτό το μεταβατικό σημείο ανάμεσα στην παραδοσιακή διατροφή και τη σύγχρονη βιοϊατρική έρευνα, ανοίγοντας ερευνητικά ερωτήματα που αξίζουν περαιτέρω μελέτη.
Πηγές: