Τι Αναλύουν τα Γενετικά Τεστ Θρόμβωσης;

Το αίμα μας έχει την ικανότητα να σχηματίζει θρόμβους όταν υπάρχει τραυματισμός, ώστε να αποτρέπεται η αιμορραγία. Παράλληλα όμως, διαθέτει και μηχανισμούς που διασπούν τους θρόμβους όταν δεν χρειάζονται πλέον.

Η ισορροπία ανάμεσα:

• στον σχηματισμό θρόμβου (πήξη)
• και στη διάσπασή του (ινωδόλυση)

είναι απαραίτητη για τη φυσιολογική κυκλοφορία του αίματος.

Σε ορισμένα άτομα, γενετικές παραλλαγές μπορεί να επηρεάζουν αυτή την ισορροπία είτε αυξάνοντας την τάση για σχηματισμό θρόμβου, είτε μειώνοντας την ικανότητα του οργανισμού να τον διασπά.

Τα γενετικά τεστ θρόμβωσης εξετάζουν συγκεκριμένα γονίδια που συμμετέχουν σε αυτές τις διαδικασίες.

Πάμε να δούμε κάποια από τα βασικότερα γονίδια, σε τι συμμετέχουν και πώς η κατανόηση αυτών των γενετικών παραλλαγών μπορεί να συμβάλει στον περιορισμό του σχετικού κινδύνου μέσω κατάλληλων υποστηρικτικών παρεμβάσεων:

Factor V Leiden – Πόσο εύκολα απενεργοποιείται η πήξη

Ο παράγοντας V είναι μια πρωτεΐνη που συμμετέχει στον σχηματισμό θρόμβου.

Κανονικά, αφού ενεργοποιηθεί για να βοηθήσει στην πήξη, πρέπει και να “απενεργοποιηθεί” την κατάλληλη στιγμή.

Η γενετική παραλλαγή που είναι γνωστή ως Factor V Leiden μπορεί να κάνει τον παράγοντα αυτό πιο ανθεκτικό σε αυτή την απενεργοποίηση.

Με απλά λόγια, μπορεί να παραμένει ενεργός για περισσότερο χρόνο από όσο χρειάζεται, ενισχύοντας τη διαδικασία πήξης.

Αν και η γενετική αυτή παραλλαγή δεν μπορεί να τροποποιηθεί, παρεμβάσεις που υποστηρίζουν τη φυσιολογική λειτουργία των αιμοπεταλίων και του αγγειακού ενδοθηλίου, όπως η επαρκής πρόσληψη ωμέγα-3 λιπαρών οξέων και η τακτική σωματική δραστηριότητα, μπορεί να συμβάλλουν στη διατήρηση της αιμοστατικής ισορροπίας.

Prothrombin (Factor II) – Πόση “πρώτη ύλη” υπάρχει για τον θρόμβο

Η προθρομβίνη είναι η ουσία από την οποία παράγεται η θρομβίνη, ένα βασικό ένζυμο που συμβάλλει στον σχηματισμό του θρόμβου.

Η γενετική παραλλαγή G20210A στο γονίδιο αυτό έχει συσχετιστεί με αυξημένα επίπεδα προθρομβίνης στο αίμα.

Περισσότερη προθρομβίνη σημαίνει ότι υπάρχει περισσότερη “πρώτη ύλη” διαθέσιμη για την παραγωγή θρομβίνης όταν ενεργοποιείται ο μηχανισμός πήξης.

Σε αυτές τις περιπτώσεις, η υποστήριξη της φυσιολογικής κυκλοφορίας του αίματος, μέσω παραγόντων όπως η τακτική κίνηση, η αποφυγή παρατεταμένης ακινησίας και η διατήρηση ενός υγιούς μεταβολικού προφίλ, μπορεί να συμβάλλει στη συνολική αιμοστατική ισορροπία.

PAI-1 – Η “ταχύτητα” διάσπασης του θρόμβου

Αφού σχηματιστεί ένας θρόμβος, το σώμα πρέπει κάποια στιγμή να τον διαλύσει. Αυτό γίνεται μέσω μιας διαδικασίας που λέγεται ινωδόλυση.

Ο ρυθμός με τον οποίο συμβαίνει η ινωδόλυση ρυθμίζεται από μια πρωτεΐνη που λέγεται PAI-1. Η PAI-1 λειτουργεί σαν “φρένο” σε αυτή τη διαδικασία και ουσιαστικά ελέγχει το πόσο γρήγορα ή αργά διασπώνται οι θρόμβοι.

Στο γονίδιο που κωδικοποιεί την PAI-1 υπάρχει μια συχνή γενετική παραλλαγή, γνωστή ως 4G/5G, η οποία επηρεάζει την ποσότητα της πρωτεΐνης που παράγεται.

Ανάλογα με τον συνδυασμό που έχει κάποιος:

• 4G/4G → μπορεί να παράγει περισσότερη PAI-1, άρα “φρενάρει” περισσότερο την ινωδόλυση και ο θρόμβος διαλύεται πιο αργά
• 5G/5G → συνήθως λιγότερη PAI-1, δηλαδή λιγότερο “φρένο” και ταχύτερη διάσπαση θρόμβων
• 4G/5G → ενδιάμεση επίδραση

Όταν τα επίπεδα της PAI-1 είναι αυξημένα, η διάσπαση μικρών θρόμβων μπορεί να γίνεται πιο αργά από το φυσιολογικό, με αποτέλεσμα να παραμένουν για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα μέσα στην κυκλοφορία πριν διαλυθούν.

Σε αυτές τις περιπτώσεις, μπορεί να έχει υποστηρικτικό ρόλο το εκχύλισμα natto, το οποίο περιέχει ένζυμα όπως η νατοκινάση και η βακιλιπεπτιδάση F, τα οποία συμμετέχουν στη φυσιολογική διαδικασία διάσπασης του ινώδους και μπορούν να υποστηρίξουν τη λειτουργία της ινωδόλυσης.

MTHFR – Η ομοκυστεΐνη και τα αγγεία

Το γονίδιο MTHFR σχετίζεται με τον τρόπο που το σώμα μεταβολίζει μια ουσία που λέγεται ομοκυστεΐνη, ένα αμινοξύ που φυσιολογικά υπάρχει στο αίμα.

Υπό φυσιολογικές συνθήκες, η ομοκυστεΐνη μετατρέπεται σε άλλα μόρια και δεν συσσωρεύεται στην κυκλοφορία. Όταν όμως αυτή η μετατροπή δεν γίνεται αποτελεσματικά, μπορεί να αυξηθούν τα επίπεδά της, μια κατάσταση που ονομάζεται υπερομοκυστεϊναιμία.

Τα υψηλά επίπεδα ομοκυστεΐνης έχουν συσχετιστεί με βλάβες στο εσωτερικό τοίχωμα των αγγείων. Αυτές οι βλάβες μπορεί να ενεργοποιήσουν μηχανισμούς πήξης και να επηρεάσουν την ισορροπία της αιμόστασης, αυξάνοντας τον κίνδυνο θρόμβωσης.

Ορισμένες γενετικές παραλλαγές του γονιδίου MTHFR, όπως οι:

• C677T
• A1298C

μπορεί να επηρεάζουν την ικανότητα του οργανισμού να μετατρέπει το φυλλικό οξύ (βιταμίνη Β9) στην ενεργή του μορφή.

Όταν αυτή η μετατροπή δεν γίνεται αποτελεσματικά, η ομοκυστεΐνη δεν μπορεί να μεταβολιστεί σωστά και μπορεί να συσσωρευτεί στο αίμα.

Για τον λόγο αυτό, σε άτομα με παραλλαγές στο MTHFR, η χρήση ενεργών μορφών φυλλικού οξέος μπορεί να βοηθήσει στον φυσιολογικό μεταβολισμό της ομοκυστεΐνης και στη διατήρηση των επιπέδων της σε επιθυμητά όρια.

Πηγές:

  1. Park WC, Chang JH. Clinical Implications of Methylenetetrahydrofolate Reductase Mutations and Plasma Homocysteine Levels in Patients with Thromboembolic Occlusion. Vasc Specialist Int. 2014 Dec;30(4):113-9. doi: 10.5758/vsi.2014.30.4.113. Epub 2014 Dec 31. PMID: 26217629; PMCID: PMC4480315.
  2. Valeriani E, Pastori D, Astorri G, Porfidia A, Menichelli D, Pignatelli P. Factor V Leiden, prothrombin, MTHFR, and PAI-1 gene polymorphisms in patients with arterial disease: A comprehensive systematic-review and meta-analysis. Thromb Res. 2023 Oct;230:74-83. doi: 10.1016/j.thromres.2023.08.006. Epub 2023 Aug 16. PMID: 37643522.
  3. Shibeeb S, Al-Rayashi N, Shams N, Hadvan T, Agbani EO, Abdallah AM. Factor V Leiden (R506Q), Prothrombin G20210A, and MTHFR C677T Variants and Thrombophilia in Qatar Biobank Participants: A Case Control Study. Pathophysiology. 2024 Oct 21;31(4):608-620. doi: 10.3390/pathophysiology31040044. PMID: 39449526; PMCID: PMC11503440.
  4. Seguí R, Estellés A, Mira Y, España F, Villa P, Falcó C, Vayá A, Grancha S, Ferrando F, Aznar J. PAI-1 promoter 4G/5G genotype as an additional risk factor for venous thrombosis in subjects with genetic thrombophilic defects. Br J Haematol. 2000 Oct;111(1):122-8. doi: 10.1046/j.1365-2141.2000.02321.x. PMID: 11091191.
  5. Omura K, Hitosugi M, Kaketani K, Zhu X, Maeda H, Tokudome S. Fibrinolytic and anti-thrombotic effect of NKCP, the protein layer from Bacillus subtilis (natto). Biofactors. 2004;22(1-4):185-7. doi: 10.1002/biof.5520220138. PMID: 15630280.
  6. Weng Y, Yao J, Sparks S, Wang KY. Nattokinase: An Oral Antithrombotic Agent for the Prevention of Cardiovascular Disease. Int J Mol Sci. 2017 Feb 28;18(3):523. doi: 10.3390/ijms18030523. PMID: 28264497; PMCID: PMC5372539.
  7. Kurosawa Y, Nirengi S, Homma T, Esaki K, Ohta M, Clark JF, Hamaoka T. A single-dose of oral nattokinase potentiates thrombolysis and anti-coagulation profiles. Sci Rep. 2015 Jun 25;5:11601. doi: 10.1038/srep11601. PMID: 26109079; PMCID: PMC4479826.

Διαβάστε τα Άρθρα μας

NEWSLETTER

Η επιστήμη της μακροζωίας, στο email σας!
Μείνετε ενημερωμένοι με περιεχόμενο που μετατρέπει την έρευνα σε πρακτικές στρατηγικές για καλύτερη υγεία και μακροζωία, απευθείας στα εισερχόμενά σας.